πληγείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πληγείς πληγείσα πληγέν
γενική πληγέντος πληγείσας
πληγείσης
πληγέντος
αιτιατική πληγέντα πληγείσα πληγέν
κλητική πληγείς πληγείσα πληγέν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πληγέντες πληγείσες πληγέντα
γενική πληγέντων πληγεισών πληγέντων
αιτιατική πληγέντες πληγείσες πληγέντα
κλητική πληγέντες πληγείσες πληγέντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληγείς < καθαρεύουσα, μετοχή παθητικού αορίστου των πλήττω/ πλήσσω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πληγείς

  1. (καθαρεύουσα) πληγμένος, που πλήχθηκε, πληγώθηκε, χτυπήθηκε, που τραυματίστηκε, θίχτηκε σοβαρά, υπέστη ζημίες
    οι πληγείσες (π.χ. από τον σεισμό) περιοχές
    οι πληγέντες (π.χ. από μια φυσική καταστροφή) συνοικισμοί

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]