πληγείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πληγείς πληγείσα πληγέν
γενική πληγέντος πληγείσας
πληγείσης
πληγέντος
αιτιατική πληγέντα πληγείσα πληγέν
κλητική πληγείς πληγείσα πληγέν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πληγέντες πληγείσες πληγέντα
γενική πληγέντων πληγεισών πληγέντων
αιτιατική πληγέντες πληγείσες πληγέντα
κλητική πληγέντες πληγείσες πληγέντα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληγείς < μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος πλήττω < αρχαία ελληνική πληγείς < πλήσσω / πλήττω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pliˈʝis/
συλλαβισμός: πλη‐γείς
ομόηχο: πληγής

Μετοχή[επεξεργασία]

πληγείς

  1. (λόγιο) πληγμένος, που πλήχθηκε, πληγώθηκε, χτυπήθηκε, που τραυματίστηκε, θίχτηκε σοβαρά, υπέστη ζημίες
    οι πληγείσες (π.χ. από τον σεισμό) περιοχές
    οι πληγέντες (π.χ. από μια φυσική καταστροφή) συνοικισμοί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Μετοχή[επεξεργασία]

πληγείς αρσενικό