προχωρητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προχωρητικός η προχωρητική το προχωρητικό
      γενική του προχωρητικού της προχωρητικής του προχωρητικού
    αιτιατική τον προχωρητικό την προχωρητική το προχωρητικό
     κλητική προχωρητικέ προχωρητική προχωρητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προχωρητικοί οι προχωρητικές τα προχωρητικά
      γενική των προχωρητικών των προχωρητικών των προχωρητικών
    αιτιατική τους προχωρητικούς τις προχωρητικές τα προχωρητικά
     κλητική προχωρητικοί προχωρητικές προχωρητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προχωρητικός < προχωρώ + -τικός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική progressif

Επίθετο[επεξεργασία]

προχωρητικός, -ή, -ό

  • που προχωρεί, εξελίσσεται προς τα εμπρός
    1. (γλωσσολογία) προχωρητική αφομοίωση: η εξομοίωση ενός φθόγγου με αυτόν που προηγείται, όπως πχ στο ἐξολεθρεύω > εξολοθρεύω
       αντώνυμα: υποχωρητική αφομοίωση
    2. προχωρητική έλξη: τπ συντακτικό φαινόμενο κατά το οποίο η αναφορική αντωνυμία τίθεται στην πτώση της λέξης στην οποία αναφέρεται, πχ στη φράση ευχαριστώ όλους όσους με βοήθησαν αντί του αναμενόμενου ευχαριστώ όλους όσοι με βοήθησαν
    3. (ψυχολογία) προχωρητική αμνησία: η πάθηση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί να συγκρατήσει όσα του συμβαίνουν μετά από τη χρονική στιγμή της έναρξης της αμνησίας
       αντώνυμα: αναδρομική αμνησία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]