συνεργείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνεργείο συνεργεία
γενική συνεργείου συνεργείων
αιτιατική συνεργείο συνεργεία
κλητική συνεργείο συνεργεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνεργείο < μεταγενέστερη ελληνική συνέργ(ε)ιον < συνεργώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συνεργείο ουδέτερο

  1. ομάδα ανθρώπων σε κοινή τεχνική εργασία
  2. ο χώρος εργασίας ομάδας ανθρώπων σε κοινή τεχνική εργασία
  3. (μηχανολογία): τεχνική εγκατάσταση με απαραίτητο εξοπλισμό επισκευής μηχανών και εξαρτημάτων αυτών

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]