συντέλεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συντέλεια οι συντέλειες
      γενική της συντέλειας των συντελειών
    αιτιατική τη συντέλεια τις συντέλειες
     κλητική συντέλεια συντέλειες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντέλεια < (λόγιο) ελληνιστική κοινή συντέλεια (ολοκλήρωση έως το τέλος περιόδου) < αρχαία σημασία: κοινή οικονομική εισφορά[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sinˈdε.li.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συντέλεια θηλυκό


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συντέλεια συντελεία συντέλειαι
Γενική συντελείας συντελείαιν συντελειῶν
Δοτική συντελεί συντελείαιν συντελείαις
Αιτιατική συντέλειαν συντελεία συντελείας
Κλητική συντέλεια συντελεία συντέλειαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντέλεια < συντελέω / συντελῶ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συντέλεια θηλυκό

  1. δημόσιος φόρος, κοινή συνεισφορά
  2. (ειδικότερα) (στην Αρχαία Αθήνα) σώμα πολιτών που πλήρωναν τα έξοδα του στρατού
  3. κοινή προσπάθεια
  4. (ελληνιστική κοινή) ολοκλήρωση σχεδίου

Πηγές[επεξεργασία]