συνωρίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνωρίς συνωρίδες
γενική συνωρίδος συνωρίδων
αιτιατική συνωρίδα συνωρίδες
κλητική συνωρίς συνωρίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνωρίς < αρχαία ελληνική συνωρίς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.nɔ.ˈɾis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνωρίς θηλυκό

  1. (αρχαιοπρεπές) άρμα που σέρνεται από δύο άλογα
  2. (κατ’ επέκταση) (αρχαιοπρεπές) το ζεύγος των αλόγων που σέρνει το παραπάνω άρμα
  3. (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά) (λόγιο) (καθαρεύουσα) δύο στενοί φίλοι ή γενικότερα κάθε δυάδα ανθρώπων (π.χ. αδερφών, συνεργατών)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δίδυμο, δυάδα, ζεύγος
    Μίαν ὥραν ὕστερον κατῆλθε διὰ τοῦ λιθοστρώτου, ἡ πρώτη συνωρὶς τῶν ᾀδόντων παιδίων, ὁ Νάσος καὶ ὁ Ἀγγελής. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική συνωρίς συνωρίδε συνωρίδες
Γενική συνωρίδος συνωρίδοιν συνωρίδων
Δοτική συνωρίδι συνωρίδοιν συνωρίσι(ν)
Αιτιατική συνωρίδα συνωρίδε συνωρίδας
Κλητική συνωρίς συνωρίδε συνωρίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνωρίς < συνήορος < συναείρω < σύν + ἀείρω / αἴρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂uer-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνωρίς θηλυκό

  1. ζεύγος αλόγων
  2. (κατ’ επέκταση) ζεύγος
  3. (συνεκδοχικά) άρμα
  4. καθετί που συνδέει, σύνδεσμος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]