συνωρίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνωρίς < αρχαία ελληνική συνωρίς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.noˈɾis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνωρίς, της συνωρίδος θηλυκό (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο συνωρίς)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική συνωρίς αἱ συνωρίδες
      γενική τῆς συνωρίδος τῶν συνωρίδων
      δοτική τῇ συνωρίδ ταῖς συνωρίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν συνωρίδ τὰς συνωρίδᾰς
     κλητική ! συνωρίς* συνωρίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  συνωρίδε
γεν-δοτ τοῖν  συνωρίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνωρίς < συνήορος < συναείρω < σύν + ἀείρω / αἴρω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂uer-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνωρίς θηλυκό

  1. ζεύγος αλόγων
  2. (κατʼ επέκταση) ζεύγος
  3. (συνεκδοχικά) άρμα
  4. καθετί που συνδέει, σύνδεσμος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]