τεχνολογία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τεχνολογία < ελληνιστική κοινή τεχνολογία < τεχνολόγος < αρχαία ελληνική τέχνη + λόγος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική technologie)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /the.xno.loˈʝi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τε‐χνο‐λο‐γί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τεχνολογία θηλυκό
- το σύνολο των δραστηριοτήτων που αφορούν στην τεχνική εφαρμογή της (θεωρητικής) επιστημονικής γνώσης με στόχο τη δημιουργία αντικειμένων με πρακτικό όφελος
- ※ Στις αρχαίες κοινωνίες η κτιστή Φύση λατρευόταν ως θεός, γιατί ο άνθρωπος δεν είχε κατορθώσει να τη δαμάσει. Σήμερα κυριαρχεί η πίστη στην παντοδυναμία της τεχνολογίας. Ο τεχνολογισμός προκαλεί νέους ηθικούς προβληματισμούς που δεν αφορούν μόνο το φυσικό περιβάλλον, αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο. (Κωνσταντίνος Λιάκουρας, Αθανάσιος Γλάρος, Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατέρες και Θεολόγοι της Εκκλησίας, τεύχος B΄, Γ´ Εκκλησιαστικού Γυμνασίου, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, αναθεωρημένη έκδοση 51-00009, ISBN 978-960-06-6218-4, ανακτήθηκε στις 18/1/2026 )
συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τεχνολογία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)