τράτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τάρτα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τράτα τράτες
γενική τράτας τρατών
αιτιατική τράτα τράτες
κλητική τράτα τράτες
τράτα (καΐκι) και τράτα (δίχτυ)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τράτα < βενετική trata < ιταλική tratto < λατινική tractus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος traho < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tragʰ- (σύρω, τραβώ) / *dʰerāgʰ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τράτα θηλυκό

  1. αλιευτικό δίχτυ σχήματος κώνου, που ρίχνεται στα βαθιά της θάλασσας
  2. επαγγελματικό σκάφος αλιείας (καΐκι) που ψαρεύει με τράτα
  3. είδος παραδοσιακού χορού

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]