υπεξαίρεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπεξαίρεση υπεξαιρέσεις
γενική υπεξαίρεσης
& υπεξαιρέσεως
υπεξαιρέσεων
αιτιατική υπεξαίρεση υπεξαιρέσεις
κλητική υπεξαίρεση υπεξαιρέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπεξαίρεση < ελληνιστική κοινή ὑπεξαίρεσις < ὑπεξαιρέω < αἱρέω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɛ.ˈksɛ.ɾɛ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπεξαίρεση θηλυκό

  • (νομικός όρος) το να ιδιοποιείται κανείς παράνομα κάτι που του έχουν αναθέσει να το προσέχει ή να το φυλάγει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]