Μετάβαση στο περιεχόμενο

υψίσυχνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υψίσυχνος η υψίσυχνη το υψίσυχνο
      γενική του υψίσυχνου της υψίσυχνης του υψίσυχνου
    αιτιατική τον υψίσυχνο την υψίσυχνη το υψίσυχνο
     κλητική υψίσυχνε υψίσυχνη υψίσυχνο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υψίσυχνοι οι υψίσυχνες τα υψίσυχνα
      γενική των υψίσυχνων των υψίσυχνων των υψίσυχνων
    αιτιατική τους υψίσυχνους τις υψίσυχνες τα υψίσυχνα
     κλητική υψίσυχνοι υψίσυχνες υψίσυχνα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υψίσυχνος < υψί- + συχνός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική high-frequency.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iˈpsi.si.xnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υψίσυχνος

Επίθετο

[επεξεργασία]

υψίσυχνος, -η, -ο (επιστημονικός όρος)

  • που λειτουργεί σε υψηλές συχνότητες ή παράγει υψηλές συχνότητες
      Το μικρό πτηνό που μέχρι σήμερα ονομαζόταν Spelaeornis formosus ζει από τα ανατολικά Ιμαλάια έως τη νοτιοανατολική Κίνα. Σπάνια το βλέπει κανείς, αφού κρύβεται στην χαμηλή βλάστηση, όμως το υψίσυχνο, μονοσύλλαβο τραγούδι του τράβηξε την προσοχή των ερευνητών. (*)
     αντώνυμα: χαμηλόσυχνος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • υψίσυχνος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)