ἄσφαλτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: άσφαλτος

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

ἄσφαλτος < ἀ- + αρχαία ελληνική σφάλλω, σφαλ- + -τος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄσφαλτος

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

ἄσφαλτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄσφαλτος (ουσιαστικό)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄσφαλτος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἄσφαλτος αἱ ἄσφαλτοι
      γενική τῆς ἀσφάλτου τῶν ἀσφάλτων
      δοτική τῇ ἀσφάλτ ταῖς ἀσφάλτοις
    αιτιατική τὴν ἄσφαλτον τὰς ἀσφάλτους
     κλητική ! ἄσφαλτε ἄσφαλτοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀσφάλτω
γεν-δοτ τοῖν  ἀσφάλτοιν
Και ως αρσενικό στον Γαληνό, με τις ίδιες καταλήξεις.
Επίσης, ως ουδέτερο τὸ ἄσφαλτον.
2η κλίση, ομάδα 'θρίαμβος', Κατηγορία όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄσφαλτος, ήδη τον 5ο αιώνα < ἀ- + σφάλλω, σφαλ- + -τος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄσφαλτος θηλυκόαρσενικό) (και σπάνια ουδέτερο: ἄσφαλτον)

  1. άσφαλτος
  2. είδος πετρελαίου
  3. πίσσα

Πηγές[επεξεργασία]