ὕπαρχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ύπαρχος, ἵππαρχος, ίππαρχος, Ίππαρχος, Ἵππαρχος, ἱππάρχης, ἱππάρχας, ύπατος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὕπαρχος ὑπάρχω ὕπαρχοι
Γενική ὑπάρχου ὑπάρχοιν ὑπάρχων
Δοτική ὑπάρχ ὑπάρχοιν ὑπάρχοις
Αιτιατική ὕπαρχον ὑπάρχω ὑπάρχους
Κλητική ὕπαρχε ὑπάρχω ὕπαρχοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὕπαρχος < ὑπό + ἄρχω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὕπαρχος αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) υποδιοικητής, υποστράτηγος
  2. (πολιτική) αυτός που προσωρινά αντικαθιστά τον κυβερνήτη (σατραπείας)
  3. (ελληνιστική κοινή) υποτελής
  4. (ελληνιστική κοινή)
     συνώνυμα: λατινικά proconsul
  5. (ελληνιστική κοινή)
     συνώνυμα: λατινικά legatus