ὕπατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ύπατος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὕπατος ὑπάτη ὕπατον ὕπατοι ὕπαται ὕπατα
Γενική ὑπάτου ὑπάτης ὑπάτου ὑπάτων ὑπάτων ὑπάτων
Δοτική ὑπάτῳ ὑπάτῃ ὑπάτῳ ὑπάτοις ὑπάταις ὑπάτοις
Αιτιατική ὕπατον ὑπάτην ὕπατον ὑπάτους ὑπάτας ὕπατα
Κλητική ὕπατε ὑπάτη ὕπατον ὕπατοι ὕπαται ὕπατα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὑπάτω ὑπάτα
Γενική-Δοτική ὑπάτοιν ὑπάταιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὕπατος < ὑπέρ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὕπατος, -η & -ος, -ον

  1. ανώτατος, υπέρτατος, ύψιστος
  2. ὕπατοι: οι θεοί του επάνω κόσμου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λατινικά inferi
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: χθόνιοι
  3. εξοχώτατος
  4. (τοπικά) που βρίσκεται στο επάνω μέρος
  5. απώτατος
  6. κατώτατος
  7. (χρονικά) τελευταίος, έσχατος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λατινικά supremus
  8. που έχει την καλύτερη ποιότητα, άριστος
  9. (ουσιαστικοποιημένο) ὑπάτη: η χορδή με το μεγαλύτερο μήκος αλλά τη χαμηλότερη οξύτητα
    δείτε τις λέξεις: μέση και νεάτη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὕπατος αρσενικό