conserve

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
conserve conserves

conserve (fr) θηλυκό

  1. κονσέρβα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονσέρβα < από την πορτογαλική λέξη conservar/συντηρώ,διατηρώ