fancy
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | fancy |
| συγκριτικός | fancier |
| υπερθετικός | fanciest |
fancy (en)
- χλιδάτος, φινετσάτος, σικ, κομψός ή πολυτελής, συχνά με τρόπο που εντυπωσιάζει ή δείχνει γούστο· συχνά ως πείραγμα
The hotel was so fancy it even had a chauffeur.
- Το ξενοδοχείο ήταν τόσο χλιδάτο που είχε μέχρι και σοφέρ.
Wow look at you all fancy today!
- Πω πω, χλιδάτη είσαι σήμερα!
You made us a fancy dinner tonight.
- Μας έκανες φινετσάτο δείπνο απόψε.
- φανταχτερός, πομπώδης, εξεζητημένος, υπερβολικά επιτηδευμένος, συχνά με αρνητική έννοια
He showed up in a fancy gold jacket.
- Εμφανίστηκε με ένα φανταχτερό χρυσό σακάκι.
She said a lot of fancy words but there was no substance.
- Είπε πολλά πομπώδη λόγια αλλά δεν υπήρχε ουσία.
They have a kitchen full of fancy gadgets.
- Έχουν μια κουζίνα γεμάτη με εξεζητημένα γκάτζετ.
- διακοσμητικός, στολισμένος, περίτεχνος, με πολλά διακοσμητικά ή έντονα χρώματα
This room has fancy wallpaper.
- Αυτό το δωμάτιο έχει διακοσμητική ταπετσαρία.
He came in a fancy uniform covered in medals.
- Ήρθε με μια στολισμένη στολή γεμάτη μετάλλια.
She is wearing a fancy lace dress.
- Φοράει ένα περίτεχνο φόρεμα με δαντέλα.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη decorative
- περίτεχνος, περίπλοκος, σύνθετος ή τεχνικά προηγμένος
They added a lot of fancy footwork to the dance.
- Πρόσθεσαν πολλές περίτεχνες φιγούρες στον χορό.
They solved it with fancy math.
- Το έλυσαν με περίπλοκα μαθηματικά.
Επίρρημα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | fancy |
| συγκριτικός | fancier |
| υπερθετικός | fanciest |
fancy (en)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fancy | fancies |
fancy (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η φαντασία, μια φανταστική εικόνα
Those are pure fancies.
- Είναι καθαρή φαντασία.
- ≈ συνώνυμα: imagination
- (μόνο στον ενικό) η επιθυμία
- (ειδικά βρετανική σημασία) η αγάπη ή η ερωτική έλξη
He took a fancy to her.
- Την αγάπησε.
- → δείτε την έκφραση take a fancy to
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | fancy |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | fancies |
| αόριστος | fancied |
| παθητική μετοχή | fancied |
| ενεργητική μετοχή | fancying |
fancy (en)
- (βρετανική σημασία, ανεπίσημο) θα ήθελα
- (βρετανική σημασία, ανεπίσημο) μου αρέσει ερωτικά, γουστάρω
She fancied him for a long time now, but she has not spoken to him.
- Τον γουστάρει πολύ καιρό τώρα, αλλά δεν του έχει μιλήσει.
- ≈ συνώνυμα: like (αμερικανική σημασία)
- (επίσημο) μου αρέσει κάτι, το ζηλεύω
- φαντάζομαι
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- fancy (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- fancy (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- fancy (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 322, 929, 930. ISBN 9780194325684., λήμμα: επιθυμία, φαντάζομαι, φαντασία, φανταχτερός
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αμερικανικά αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Επίθετα (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Επιρρήματα (αγγλικά)
- Ανεπίσημοι όροι (αγγλικά)
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Βρετανικές σημασίες για αγγλικούς όρους (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'marry' (αγγλικά)
- Επίσημοι όροι (αγγλικά)