Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Μέσο αγγλικό, σύντμηση του fantasy


ΔΦΑ : /ˈfæ
Audio (US) 


fancy (en)

  1. η φαντασία· μια φανταστική εικόνα
    The film rose from Stephen's fancy.
  2. μια επιθυμία
    I had a fancy to learn to play the flute.
  3. αγάπη ή ερωτική έλξη
    He took a fancy to her.
  4. οποιοδήποτε άθλημα ή χόμπι είναι αρεστό σε μια ομάδα ανθρώπων
    Trainspotting is the fancy of a special lot.
  5. οι ενθουσιώδεις φίλοι ενός τέτοιου αθλήματος
    He fell out of favor with the boxing fancy after the incident.

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]


fancy (en)

  1. διακοσμητικός
    This is a fancy shawl.
     συνώνυμα: decorative, ornate
     αντώνυμα: plain, simple
  2. ανωτέρου επιπέδου
    This box contains bottles of the fancy grade of jelly.
  3. που εκτελείται με επιδεξιότητα
    He initiated the game winning play with a fancy, deked saucer pass to the winger.
  4. (καθομιλομένη) υπερβολικά περίπλοκος
    I'm not keen on him and his fancy ideas.
     συνώνυμα: high falutin
     αντώνυμα: simple


fancy (en)

  1. (επίσημο) μου αρέσει κάτι, το ζηλεύω
    I fancy your new car, but I like my old one just fine.
  2. (ΗΒ) θα ήθελα
    I fancy a burger tonight for dinner
    Do you fancy going to town this weekend?
     συνώνυμα: feel like + ρήμα
  3. (ΗΒ) (ανεπίσημο) μου αρέσει ερωτικά (γουστάρω)
    I fancy that girl over there.
     συνώνυμα: like (ΗΠΑ)
  4. (παρωχημένο) φαντάζομαι
    I fancy you'll want something to drink after your long journey
    Fancy meeting you here!
    Fancy that! I saw Elizabeth Bennett and Mr. Darcy kissing in the garden.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]