put up

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

put up (en)

  1. (μεταβατικό) τοποθετώ σε ψηλότερη θέση
    Please put up your luggage in the overhead bins.
  2. (μεταβατικό) βάζω, αναρτώ
    Many people put up messages upon their refrigerator.
  3. (μεταβατικό, ιδιωματικό) σπρώχνω κάποιον να κάνει κάτι
    I think someone put him up to it.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: cajole, dare
  4. (μεταβατικό, ιδιωματικό) βάζω κάτι στη θέση του για να το χρησιμοποιήσω αργότερα
    Be sure to put up the tools when you finish.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: store
  5. (μεταβατικό, ιδιωματικό) φιλοξενώ
    We can put you up for the night.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: house, shelter, take in
  6. (μεταβατικό, ιδιωματικό) put up a fight: παρουσιάζω
    That last fighter put up quite a fight.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: present

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Το αντικείμενο στις σημασίες 1-5 μπορεί να μπει πριν ή μετά το μόριο out. Εάν όμως είναι αντωνυμία, πρέπει να μπει πριν.
  • Στη σημασία 6 το αντικείμενο πρέπει να μπει μετά το μόριο.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]