Αρβανίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Αρβανίτης Αρβανίτες
γενική Αρβανίτη Αρβανιτών
αιτιατική Αρβανίτη Αρβανίτες
κλητική Αρβανίτη Αρβανίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αρβανίτης < μεσαιωνική ελληνική Ἀρβανίτης < Ἄρβανα (τοπωνύμιο στην Αλβανία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Αρβανίτης αρσενικό (θηλυκό: Αρβανίτισσα)

  1. (παρωχημένο) ο Αλβανός
    Γιώργαινα, ρίξε τ᾿ ἅρματα, δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ Σούλι.
    Ἐδῶ εἶσαι σκλάβα τοῦ πασᾶ, σκλάβα τῶν Ἀρβανίτων. (δημοτικό, Της Δέσπως)
  2. αυτός που κατάγεται από αλβανικούς πληθυσμούς οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας κατά τον 13ο-16ο αιώνα, και μιλούν τα αρβανίτικα
    Οι Αρβανίτες έπαιξαν σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Eλληνικής Επανάστασης του 1821 και έχουν ελληνική εθνική ταυτότητα. (από το άρθρο της Βικιπαίδειας)
  3. (μεταφορικά) πεισματάρης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]