Βέλγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βέλγος < Βέλγιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Βέλγος αρσενικό

  • Ο υπήκοος του Βελγίου ή ο καταγόμενος από αυτή τη χώρα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]