Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κριμαία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɾiˈme.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κριμαία

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Κριμαία
      γενική της Κριμαίας
    αιτιατική την Κριμαία
     κλητική Κριμαία
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κριμαία < γαλλική Crimée < ρωσική Крым (Krym)[1] < κριμαϊκή ταταρική qırım[2]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]
Δορυφορική φωτογραφία της Κριμαίας

Κριμαία θηλυκό

  • η χερσόνησος της Ουκρανίας
      Οπως και στη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάλυσή της, έτσι και οι κάτοικοι της Κριμαίας πρέπει σήμερα να επιλέξουν εθνική ταυτότητα. Την ίδια στιγμή, τον ρόλο του καταλύτη της διάλυσης της χώρας μπορεί να παίξει το δημοψήφισμα της Κυριακής στην Κριμαία. Στα μάτια των ρωσόφωνων της Κριμαίας, πίσω από κάθε δεινό βρίσκονται οι ουκρανόφωνοι γείτονές τους.
    Jochen Bittner, Είναι η Κριμαία η επόμενη Γιουγκοσλαβία;, Η Καθημερινή,(αρχειοθετήθηκε στο archive.today) 19 Μαρτίου 2014

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. Crimea - Everett-Heath, John (2020). Concise Oxford Dictionary of World Place Names [Συνοπτικό Λεξικό Παγκόσμιων Τοπωνυμίων της Οξφόρδης] (6η έκδοση). Oxford: Oxford University Press.

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Κριμαία < γενική ενικού του αρσενικού Κριμαίας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κριμαία θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Κριμαίας)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]