αδήριτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδήριτος η αδήριτη το αδήριτο
      γενική του αδήριτου της αδήριτης του αδήριτου
    αιτιατική τον αδήριτο την αδήριτη το αδήριτο
     κλητική αδήριτε αδήριτη αδήριτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδήριτοι οι αδήριτες τα αδήριτα
      γενική των αδήριτων των αδήριτων των αδήριτων
    αιτιατική τους αδήριτους τις αδήριτες τα αδήριτα
     κλητική αδήριτοι αδήριτες αδήριτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδήριτος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἀδήριτος < ἀ- στερητικό + δηρίομαι (αγωνίζομαι) → δείτε τις λέξεις δῆρις και δέρω [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈði.ɾi.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐δή‐ρι‐τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αδήριτος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. [{Π:Μπαμπινιώτης 2010}}