Μετάβαση στο περιεχόμενο

αιθεροβάμων

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αἰθεροβάμων

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αιθεροβάμων
& αιθεροβάμονας
η αιθεροβάμων το αιθεροβάμον
      γενική του αιθεροβάμονος
& αιθεροβάμονα
της αιθεροβάμονος του αιθεροβάμονος
    αιτιατική τον αιθεροβάμονα την αιθεροβάμονα το αιθεροβάμον
     κλητική αιθεροβάμων
& αιθεροβάμονα
αιθεροβάμων αιθεροβάμον
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αιθεροβάμονες οι αιθεροβάμονες τα αιθεροβάμονα
      γενική των αιθεροβαμόνων των αιθεροβαμόνων των αιθεροβαμόνων
    αιτιατική τους αιθεροβάμονες τις αιθεροβάμονες τα αιθεροβάμονα
     κλητική αιθεροβάμονες αιθεροβάμονες αιθεροβάμονα
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
ομάδα '-ων-ονας', Κατηγορία όπως «μετριόφρων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αιθεροβάμων < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αἰθεροβάμων[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε αιθερο- + -βάμων (< ρήμα βαίνω)[2]. Κυριολεκτικά: «αυτός που περπατάει στον ουρανό». Παραβάλετε την έκφραση πετάω στα σύννεφα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.θe.ɾoˈva.mon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αιθεροβάμων

Επίθετο

[επεξεργασία]

αιθεροβάμων, -ων, -ον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αιθεροβάμων αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αιθεροβάμων - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. αιθεροβάμων - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας