αρραβωνιασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρραβωνιασμένος αρραβωνιασμένη αρραβωνιασμένο
γενική αρραβωνιασμένου αρραβωνιασμένης αρραβωνιασμένου
αιτιατική αρραβωνιασμένο αρραβωνιασμένη αρραβωνιασμένο
κλητική αρραβωνιασμένε αρραβωνιασμένη αρραβωνιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρραβωνιασμένοι αρραβωνιασμένες αρραβωνιασμένα
γενική αρραβωνιασμένων αρραβωνιασμένων αρραβωνιασμένων
αιτιατική αρραβωνιασμένους αρραβωνιασμένες αρραβωνιασμένα
κλητική αρραβωνιασμένοι αρραβωνιασμένες αρραβωνιασμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρραβωνιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αρραβωνιάζω

Μετοχή[επεξεργασία]

αρραβωνιασμένος


Μεταφράσεις[επεξεργασία]