αρραβωνιασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρραβωνιασμένος αρραβωνιασμένη αρραβωνιασμένο
γενική αρραβωνιασμένου αρραβωνιασμένης αρραβωνιασμένου
αιτιατική αρραβωνιασμένο αρραβωνιασμένη αρραβωνιασμένο
κλητική αρραβωνιασμένε αρραβωνιασμένη αρραβωνιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρραβωνιασμένοι αρραβωνιασμένες αρραβωνιασμένα
γενική αρραβωνιασμένων αρραβωνιασμένων αρραβωνιασμένων
αιτιατική αρραβωνιασμένους αρραβωνιασμένες αρραβωνιασμένα
κλητική αρραβωνιασμένοι αρραβωνιασμένες αρραβωνιασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρραβωνιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αρραβωνιάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αρραβωνιασμένος

  1. που έχει αρραβωνιαστεί, που έχει δώσει υπόσχεση γάμου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]