βεντέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βεντέτα βεντέτες
γενική βεντέτας βεντετών
αιτιατική βεντέτα βεντέτες
κλητική βεντέτα βεντέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. βεντέτα < ιταλική vendetta < λατινική vindicta < vindico < vindex < vis + dico
  2. βεντέτα < γαλλική vedette < ιταλική vedetta < vedere < λατινική video < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *weyd-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /vɛn.ˈdɛ.ta/
ΔΦΑ : /vɛ.ˈdɛ.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

βεντέτα θηλυκό

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

βεντέτα θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]