βεράντα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βεράντα οι βεράντες
      γενική της βεράντας των βεραντών
    αιτιατική τη βεράντα τις βεράντες
     κλητική βεράντα βεράντες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεράντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική veranda < αγγλική veranda / verandah < χίντι बरामदा (barāmdā) / बरण्डा (baraṇḍā) < πορτογαλική varanda

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βεράντα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]