μπαλκόνι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μπαλκόνι | τα | μπαλκόνια |
| γενική | του | μπαλκονιού | των | μπαλκονιών |
| αιτιατική | το | μπαλκόνι | τα | μπαλκόνια |
| κλητική | μπαλκόνι | μπαλκόνια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπαλκόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική balcone < αρχαία λομβαρδική *balko ("δοκός")
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπαλκόνι ουδέτερο
- (αρχιτεκτονική) περιφραγμένη προεξοχή σε κτίριο, συνήθως στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα του ορόφου στον οποίο βρίσκεται
- ※ Πρόκειται για τετράφατσο, διαμπερές, ευήλιο και ευάερο διαμέρισμα με περιμετρικά μπαλκόνια και μοναδική αίσθηση άνεσης σε όλους τους χώρους (διαφήμιση πώλησης ακινήτου, ανακτήθηκε 5/2/2026)
- ≈ συνώνυμα: εξώστης
- (μεταφορικά) τοποθεσία με άπλετη θέα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λομβαρδικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)