Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπαλκόνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπαλκόνι τα μπαλκόνια
      γενική του μπαλκονιού των μπαλκονιών
    αιτιατική το μπαλκόνι τα μπαλκόνια
     κλητική μπαλκόνι μπαλκόνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
1. Το θεωρούμενο ως μπαλκόνι της Ιουλιέτας στη Βερόνα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπαλκόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική balcone < αρχαία λομβαρδική *balko ("δοκός")

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /balˈko.ni/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπαλκόνι ουδέτερο

  1. (αρχιτεκτονική) περιφραγμένη προεξοχή σε κτίριο, συνήθως στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα του ορόφου στον οποίο βρίσκεται
      Πρόκειται για τετράφατσο, διαμπερές, ευήλιο και ευάερο διαμέρισμα με περιμετρικά μπαλκόνια και μοναδική αίσθηση άνεσης σε όλους τους χώρους (διαφήμιση πώλησης ακινήτου, ανακτήθηκε 5/2/2026)
     συνώνυμα: εξώστης
  2. (μεταφορικά) τοποθεσία με άπλετη θέα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]