βλιχώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βληχώδης

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βλιχώδης βλιχώδης βλιχῶδες βλιχώδεις βλιχώδεις βλιχώδη
Γενική βλιχώδους βλιχώδους βλιχώδους βλιχώδων βλιχώδων βλιχώδων
Δοτική βλιχώδει βλιχώδει βλιχώδει βλιχώδεσι(ν) βλιχώδεσι(ν) βλιχώδεσι(ν)
Αιτιατική βλιχώδη βλιχώδη βλιχῶδες βλιχώδεις βλιχώδεις βλιχώδη
Κλητική βλιχῶδες βλιχῶδες βλιχῶδες βλιχώδεις βλιχώδεις βλιχώδη
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βλιχώδει βλιχώδει
Γενική-Δοτική βλιχώδοιν βλιχώδοιν

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βλιχώδης, -ης, -ες

  1. γλοιώδης
    • Διὰ τοῦτο ἄρα πυρετοὶ μετὰ φρίκης ἐπιγίνονται, ἔρευθος προσώπου, καὶ περισσὴ ἡ θέρμη ἡ κατὰ τὸν πυρετόν, ταραχώδεις τε ὕπνοι, ὀφθαλμοὶ ὑπολίπαροι καὶ λημώδεις καὶ ἐρυθροί, ἄτροφόν τε τὸ ἕλκος καὶ ἀνεκπύητον καὶ βλιχῶδες· ἔστι δ' οἷς καὶ ἐπὶ γλώσσῃ φλυκτίς. οὗτοι ταχέως μὲν χειρισθέντες ὑπόνοιαν ἔχουσι σωτηρίας, βραδέως δ' ὡς ἐπίπαν τελευτῶσιν. (Ὀρειβάσιος, Ιατρικαί Συναγωγαί, 46, 23, 4)
    • Βλιχῶδες· οἱ δὲ γλισχρῶδες. ᾿Επικλῆς μέν φησι τὸ λελιπασμένον μετὰ γλοιώδους ὑγρασίας ἀκαθάρτου, Εὐφορίων δὲ τὸ ἐκπεπιεσμένον καὶ κατάξηρον. Βακχεῖος δὲ καὶ Λυσίμαχος διὰ τοῦ π γράφουσι πλιχῶδες, σημᾶναι θέλοντες τὸ ἐξεπτυγμένον. (Ερωτιανός Γραμματικός, Τῶν παρ' Ἱπποκράτει λέξεων συναγωγή, 58, 7)
  2. συναχωμένος, που τρέχει η μύτη του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: κορυζῶν
  3. κολλώδης
  4. (για ψάρια) που εκκρίνει βλέννα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: βλιχανώδης