διαχρονικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαχρονικός διαχρονική διαχρονικό
γενική διαχρονικού διαχρονικής διαχρονικού
αιτιατική διαχρονικό διαχρονική διαχρονικό
κλητική διαχρονικέ διαχρονική διαχρονικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαχρονικοί διαχρονικές διαχρονικά
γενική διαχρονικών διαχρονικών διαχρονικών
αιτιατική διαχρονικούς διαχρονικές διαχρονικά
κλητική διαχρονικοί διαχρονικές διαχρονικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαχρονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική diachronique < diachronie < αρχαία ελληνική διά + χρόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διαχρονικός

  1. που αντέχει στο χρόνο, που δεν χάνει την αξία του στο χρόνο
  2. που έχει σχέση με τη διαχρονία ή αναφέρεται σ’ αυτή
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: συγχρονικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]