δυσμενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυσμενής δυσμενής δυσμενές
γενική δυσμενούς δυσμενούς δυσμενούς
αιτιατική δυσμενή δυσμενή δυσμενές
κλητική δυσμενή(ής) δυσμενής δυσμενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσμενείς δυσμενείς δυσμενή
γενική δυσμενών δυσμενών δυσμενών
αιτιατική δυσμενείς δυσμενείς δυσμενή
κλητική δυσμενείς δυσμενείς δυσμενή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσμενής < αρχαία ελληνική δυσμενής

Επίθετο[επεξεργασία]

δυσμενής, -ής, -ές

  1. (κατάσταση, πράγμα) που δεν ευνοεί την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου
     συνώνυμα: δυσχερής, ανεπιθύμητος, αρνητικός, απευκταίος, αντίξοος, επιβλαβής, επιζήμιος, δυσάρεστος, δύσκολος
     αντώνυμα: ευνοϊκός, επιθυμητός, ευκταίος
  2. (πρόσωπο) που διάκειται εχθρικά ή αρνητικά απέναντι σε κάποιον ή κάτι
     συνώνυμα: εχθρικός, αρνητικός, ενάντιος
     αντώνυμα: ευμενής, θετικός

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]