Μετάβαση στο περιεχόμενο

εθνικισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εθνικισμός οι εθνικισμοί
      γενική του εθνικισμού των εθνικισμών
    αιτιατική τον εθνικισμό τους εθνικισμούς
     κλητική εθνικισμέ εθνικισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

εθνικισμός < εθνικ(ός) + -ισμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική nationalism ή τη γαλλική nationalisme[1]

Προφορά

ΔΦΑ : /e.θni.ciˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εθνικισμός

Ουσιαστικό

εθνικισμός αρσενικό

  1. μια εθνοπολιτική ιδεολογία με κέντρο την ιδέα του έθνος που οδηγεί στην επιδίωξη συγκρότησης ανεξάρτητου κράτους
      ο αλυτρωτικός εθνικισμός, που αποτέλεσε τον πυλώνα του ιδεολογικού εποικοδομήματος και τον γνώμονα χάραξης της εξωτερικής πολιτικής των βαλκανικών χωρών κατά τον «μακρό» 19ο αιώνα, έπαυσε να κατευθύνει τις επιλογές των ιθυνόντων και των αστών διανοουμένων των κρατών της Βαλκανικής στον Μεσοπόλεμο (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο «γεωργικός εθνικισμός» στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)
  2. (αρνητικά) η υπερτίμηση του έθνους που οδηγεί σε εχθρότητα απέναντι σε άλλα έθνη
      Είναι γνωστή η ρήση του Ντε Γκωλ, που φαίνεται να απαντά σε αυτό το ερώτημα: «Πατριωτισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ' όλα την αγάπη για τη χώρα σου. Εθνικισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ' όλα το μίσος για τις άλλες». Είναι γνωστό επίσης ότι ο όρος «σωβινισμός» σημαίνει τον υπερβολικό, πολεμοχαρή και φανατικό εθνικισμό και προέρχεται από τον γραφικό, ξεχασμένο ήδη στην εποχή του, γάλλο στρατιώτη της εποχής του Ναπολέοντα, τον Nicolas Chauvin. (Εφημερίδα Το Βήμα, 9/3/2008)

Συγγενικά

 και δείτε τη λέξη έθνος

Μεταφράσεις

Αναφορές