εθνικισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εθνικισμός οι εθνικισμοί
      γενική του εθνικισμού των εθνικισμών
    αιτιατική τον εθνικισμό τους εθνικισμούς
     κλητική εθνικισμέ εθνικισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

εθνικισμός < εθνικ(ός) + -ισμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική nationalism ή τη γαλλική nationalisme[1]

Προφορά

ΔΦΑ : /ɛ.θni.ciˈzmɔs/
συλλαβισμός: ε‐θνι‐κι‐σμός

Ουσιαστικό

εθνικισμός αρσενικό

  1. μια εθνοπολιτική ιδεολογία με κέντρο την ιδέα του έθνος που οδηγεί στην επιδίωξη συγκρότησης ανεξάρτητου κράτους
  2. (αρνητικά) η υπερτίμηση του έθνους που οδηγεί σε εχθρότητα απέναντι σε άλλα έθνη
    ※  Είναι γνωστή η ρήση του Ντε Γκωλ, που φαίνεται να απαντά σε αυτό το ερώτημα: «Πατριωτισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ' όλα την αγάπη για τη χώρα σου. Εθνικισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ' όλα το μίσος για τις άλλες». Είναι γνωστό επίσης ότι ο όρος «σωβινισμός» σημαίνει τον υπερβολικό, πολεμοχαρή και φανατικό εθνικισμό και προέρχεται από τον γραφικό, ξεχασμένο ήδη στην εποχή του, γάλλο στρατιώτη της εποχής του Ναπολέοντα, τον Nicolas Chauvin. (Εφημερίδα Το Βήμα, 9/3/2008)

Συγγενικές λέξεις

και δείτε τη λέξη έθνος

Μεταφράσεις

Αναφορές