εισηγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εισηγμένος εισηγμένη εισηγμένο
γενική εισηγμένου εισηγμένης εισηγμένου
αιτιατική εισηγμένο εισηγμένη εισηγμένο
κλητική εισηγμένε εισηγμένη εισηγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εισηγμένοι εισηγμένες εισηγμένα
γενική εισηγμένων εισηγμένων εισηγμένων
αιτιατική εισηγμένους εισηγμένες εισηγμένα
κλητική εισηγμένοι εισηγμένες εισηγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εισηγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εισάγομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εισηγμένος, εισηγμένη, εισηγμένο

  1. που έχει εισαχθεί από το εξωτερικό, ξενόφερτος
    • εισηγμένο προϊόν/όρος εισηγμένος από... (άλλη γλωσσα)
  2. που έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο
    • εισηγμένη εταιρία/μετοχή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για εταιρείες και μετοχές