εισηγμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εισηγμένος η εισηγμένη το εισηγμένο
      γενική του εισηγμένου της εισηγμένης του εισηγμένου
    αιτιατική τον εισηγμένο την εισηγμένη το εισηγμένο
     κλητική εισηγμένε εισηγμένη εισηγμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εισηγμένοι οι εισηγμένες τα εισηγμένα
      γενική των εισηγμένων των εισηγμένων των εισηγμένων
    αιτιατική τους εισηγμένους τις εισηγμένες τα εισηγμένα
     κλητική εισηγμένοι εισηγμένες εισηγμένα
όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εισηγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εισάγομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

εισηγμένος, εισηγμένη, εισηγμένο

  1. που έχει εισαχθεί από το εξωτερικό, ξενόφερτος
    • εισηγμένο προϊόν/όρος εισηγμένος από... (άλλη γλωσσα)
  2. που έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο
    • εισηγμένη εταιρία/μετοχή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για εταιρείες και μετοχές