εκθαμβωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκθαμβωτικός< εκ- + θάμβος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εκθαμβωτικός

  1. που μπορεί να θαμπώσει ή και να τυφλώσει με τη λάμψη του
    εκθαμβωτικά φώτα
  2. που είναι πάρα πολύ όμορφος, ικανός να τυφλώσει κάποιον από τη λάμψη που εκπέμπει η ομορφιά του
    εκθαμβωτική ομορφιά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]