εκθαμβωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκθαμβωτικός εκθαμβωτική εκθαμβωτικό
γενική εκθαμβωτικού εκθαμβωτικής εκθαμβωτικού
αιτιατική εκθαμβωτικό εκθαμβωτική εκθαμβωτικό
κλητική εκθαμβωτικέ εκθαμβωτική εκθαμβωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκθαμβωτικοί εκθαμβωτικές εκθαμβωτικά
γενική εκθαμβωτικών εκθαμβωτικών εκθαμβωτικών
αιτιατική εκθαμβωτικούς εκθαμβωτικές εκθαμβωτικά
κλητική εκθαμβωτικοί εκθαμβωτικές εκθαμβωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκθαμβωτικός < εκθαμβώνω + -τικός < ελληνιστική κοινή θαμβόω θαμβῶ θαμβόομαι / θαμβοῦμαι < αρχαία ελληνική θαμβέω < θάμβος < προελληνική[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εk.θam.vɔ.tiˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εκθαμβωτικός

  1. (κυριολεκτικά) που μπορεί να θαμπώσει ή και να τυφλώσει με τη λάμψη του
    εκθαμβωτικά φώτα
  2. (μεταφορικά) που είναι πάρα πολύ όμορφος, ικανός να τυφλώσει κάποιον από τη λάμψη που εκπέμπει η ομορφιά του
    εκθαμβωτική ομορφιά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.