ζευγίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζευγίτης ζευγίτες
γενική ζευγίτη ζευγιτών
αιτιατική ζευγίτη ζευγίτες
κλητική ζευγίτη ζευγίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζευγίτης < μεσαιωνική ελληνική ζευγίτης < αρχαία ελληνική ζευγῖται < ζεῦγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζευγίτης αρσενικό

  1. ζευγάς
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ζευγολάτης
  2. (ιστορία) ο αρχαίος Αθηναίος που ανήκε στην τάξη των διακοσιομέδιμνων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ζευγίτης ζευγίτα ζευγῖται
Γενική ζευγίτου ζευγίταιν ζευγιτῶν
Δοτική ζευγίτ ζευγίταιν ζευγίταις
Αιτιατική ζευγίτην ζευγίτα ζευγίτας
Κλητική ζευγῖτα ζευγίτα ζευγῖται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζευγίτης < ζεῦγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζευγίτης αρσενικό ()

  1. ζεμένος σε ζυγό
  2. (στρατιωτικός όρος) στρατιώτης σε στρατιωτικό ζυγό
  3. (ιστορία) (πληθυντικός) ζευγῖται: η τρίτη από τις τάξεις που χώρισε ο Σόλων τους αρχαίους Αθηναίους· ανήκαν σ' αυτή όσοι μπορούσαν να διατηρούν ζεύγος βοδιών