μέδουσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Μέδουσα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μέδουσα οι μέδουσες
      γενική της μέδουσας των μεδουσών
    αιτιατική τη μέδουσα τις μέδουσες
     κλητική μέδουσα μέδουσες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
δύο μέδουσες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέδουσα < αρχαία ελληνική μέδουσα, θηλυκό του μέδων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μέδω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *med- (μετρώ, συμβουλεύω) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική méduse)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmɛ.ðu.sa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέδουσα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]