μετρική

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετρική < αρχαία ελληνική μετρική, θηλυκό του επιθέτου μετρικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετρική θηλυκό

  • το σύνολο των κανόνων που διέπουν την τέχνη της στιχουργίας
  • η επιστήμη που μελετά τους στιχουργικούς κανόνες και τα σχετικά με την εφαρμογή τους


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μετρική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]