μόρτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μόρτης μόρτες
& μόρτηδες
γενική μόρτη μόρτηδων
αιτιατική μόρτη μόρτες
& μόρτηδες
κλητική μόρτη μόρτες
& μόρτηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

  1. μόρτης < τουρκική morti ("πεθαμένος") + < ιταλική morti, πληθυντικός του morto ("πεθαμένος")[1]
  2. μόρτης < ιταλική beccamortο πληθυντικός beccamorti, με παράλειψη του α' συνθετικού ("τυμβωρύχος, νεκροθάφτης"). (becco ("ράμφος, σκαπτικό εργαλείο") < λατινική beccus + morto ("νεκρός") < λατινική mors) ή κατ' άλλη άποψη, λαϊκή τουρκική mortu, morto < ιταλική morto ("πεθαμένος")[2]
  3. μόρτης < αργκό τουρκική mortu, morto < ιταλική morto ("νεκρός") < λατινική mortuus, μετοχή του ρήματος morior[3]
  4. μόρτης < πιτσιγαμόρτος, πιτσικαμόρτης (όπως στο κερκυραϊκό ιδίωμα) < βενετική pizzicamorte[4]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈmɔɾ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μόρτης αρσενικό (θηλυκό: μόρτισσα)

  1. ο αλήτης, ο μάγκας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αλάνης, αλανιάρης, χαμίνι, αγυιόπαις (λόγιο)
  2. (παρωχημένο) άνθρωπος που είχε πάθει ανοσία στην πανούκλα και προσέφερε τις υπηρεσίες του στην κοινότητα θάβοντας τους νεκρούς και περιθάλποντας τους ασθενείς
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απόλοιμος

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις

Open book icon.png Αναφορές

  1. μόρτης στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ. 
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  4. Μόρτηδες και απόλοιμοι 2015.09.15. Άρθρο @sarantakos.wordpress.com. πρόσβαση:2019.03.26.