μόρτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μόρτης μόρτες
& μόρτηδες
γενική μόρτη μόρτηδων
αιτιατική μόρτη μόρτες
& μόρτηδες
κλητική μόρτη μόρτες
& μόρτηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόρτης < πιτσιγαμόρτης < βενετική pizzicamorte

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μόρτης αρσενικό (θηλυκό: μόρτισσα)

  1. (παρωχημένο) άνθρωπος που είχε πάθει ανοσία στην πανούκλα και προσέφερε τις υπηρεσίες του στην κοινότητα θάβοντας τους νεκρούς και περιθάλποντας τους ασθενείς
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απόλοιμος
  2. ο αλήτης, ο μάγκας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αλάνης, αλανιάρης, χαμίνι, αγυιόπαις (λόγιο)

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]