σαλάμι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαλάμι σαλάμια
γενική σαλαμιού σαλαμιών
αιτιατική σαλάμι σαλάμια
κλητική σαλάμι σαλάμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαλάμι < (ιταλική) salame - πληθυντικός: salami < (λατινική) salamentum (: άλμη, παστό ψάρι) < salsare (: αλατίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σαλάμι

σαλάμι ουδέτερο

  • αλλαντικό που παρασκευάζεται με ψιλοκομμένο χοιρινό ή (και) μοσχαρίσιο κρέας, καπνιστό ή βραστό, λίπος και διάφορα μπαχαρικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]