τσίπουρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσίπουρο τσίπουρα
γενική τσίπουρου τσίπουρων
αιτιατική τσίπουρο τσίπουρα
κλητική τσίπουρο τσίπουρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσίπουρο < μεσαιωνική ελληνική τσίπουρον < τουρκοταταρική sepre ή τουρκική cibre· έχει προταθεί < αρχαία ελληνική σίκερα < εβραϊκά šēkār

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσίπουρο ουδέτερο

  1. οινοπνευματώδες άχρωμο ποτό που παρασκευάζεται με ζύμωση και απόσταξη στέμφυλων
    Με δυο τρεις ελιές και ντομάτα, η σαρδέλα ήταν ο συνηθισμένος μεζές του τσίπουρου. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  2. (συνεκδοχικά) ένα ποτηράκι ή καραφάκι με τσίπουρο
  3. (πληθυντικός) τσίπουρα: τα απομεινάρια από το πάτημα των σταφυλιών και την αφαίρεση του μούστου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στέμφυλα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]