φιλελευθερισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιλελευθερισμός φιλελευθερισμοί
γενική φιλελευθερισμού φιλελευθερισμών
αιτιατική φιλελευθερισμό φιλελευθερισμούς
κλητική φιλελευθερισμέ φιλελευθερισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλελευθερισμός < φιλελεύθερος + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική liberalism)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fi.lɛ.lɛf.θɛ.ɾi.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλελευθερισμός αρσενικό

  1. ηθική και φιλοσοφική θεωρία που αναζητεί για τον καθένα την ελευθερία γνώμης κι έκφρασης σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, ιδεολογικό αλλά και ατομικό επίπεδο
  2. (πολιτική) πολιτική θεωρία κατά την οποία οι πολίτες πρέπει να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερη ελευθερία και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία απέναντι στο κράτος και την κυβέρνηση, προστατεύονται τα δικαιώματα του πολίτη, των μειοψηφιών κ.λπ.
  3. (οικονομία) οικονομική θεωρία που αντιτίθεται στη θεωρία του σοσιαλισμού αλλά και του προστατευτισμού και πρεσβεύει ότι η αγορά και οι οικονομικές δυνάμεις πρέπει να διαθέτουν ελευθερία στη λειτουργία τους κι ότι το κράτος μπορεί απλώς να ορίζει το πλαίσιο του οικονομικού ανταγωνισμού και τις κοινωνικές υπηρεσίες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]