φιοριτούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φιοριτούρα οι φιοριτούρες
      γενική της φιοριτούρας
    αιτιατική τη φιοριτούρα τις φιοριτούρες
     κλητική φιοριτούρα φιοριτούρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιοριτούρα < ιταλική fioritura < fiorito + -ura < fiorire < δημώδης λατινική *florīre < λατινική floreo < flos (άνθος) < πρωτοϊταλικά *flōs < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰleh₃-s ‎(λουλούδι, άνθος) < *bʰleh₃- ‎(ανθίζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fçɔ.ɾi.ˈtu.ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιοριτούρα θηλυκό

  1. υπερβολικά εξεζητημένη συμπεριφορά και έκφραση
  2. φλυαρία
  3. (μουσική) ποίκιλμα ή στόλισμα με το οποίο ο τραγουδιστής ή οργανοπαίκτης ντύνει μια απλούστερη μουσική φράση ή μελωδία για καλλωπισμό ή ανάδειξη της δεξιοτεχνίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]