Μετάβαση στο περιεχόμενο

φιοριτούρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φιοριτούρα οι φιοριτούρες
      γενική της φιοριτούρας
    αιτιατική τη φιοριτούρα τις φιοριτούρες
     κλητική φιοριτούρα φιοριτούρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φιοριτούρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fioritura < fiorito + -ura < fiorire < δημώδης λατινική *florīre < λατινική floreo < flos (άνθος) < πρωτοϊταλική *flōs < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰleh₃-s ‎(λουλούδι, άνθος) < *bʰleh₃- ‎(ανθίζω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fço.ɾiˈtu.ɾa/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φιοριτούρα θηλυκό

  1. υπερβολικά εξεζητημένη συμπεριφορά και έκφραση
      Μέσα στο έργο προσεχτικά παραμερίζονται όλες οι λυρικές φιοριτούρες, είχαν χάσει τη γεύση τους γι'αυτόν τον ποιητή, που προσανατολίζεται με τόση μακαριότητα προς την πεζολογία (Μάρκος Αυγέρης, Άπαντα, τομ. 1, εκδ. Νέας Τέχνης, 1964, σελ. 310)
  2. φλυαρία
  3. (μουσική) ποίκιλμα ή στόλισμα με το οποίο ο τραγουδιστής ή οργανοπαίκτης επενδύει μια απλούστερη μουσική φράση ή μελωδία για καλλωπισμό ή ανάδειξη της δεξιοτεχνίας

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]