χοῦς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοῦς < χέω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χοῦς (συνήθως και αρχικά αρσενικό μεταγενέστερα απαντά και θηλυκό)

χοῦς ὁ ἐξορυχθείς (Ηρόδοτος)
χοῦς θανάτου: η ταφή (μεταγενέστερη έννοια)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

  • χοῦς(και θηλυκό), γενική χοῦ και χόου και (από σύγχυση με το μέτρο) χοός, δοτική χοΐ αιτιατική χοῦν


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χοῦς αρσενικό και θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • οἱ τῆς θαλάττης λεγόμενοι χόες: για όσους προσπαθούν να μετρήσουν το απροσμέτρητο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

  • χοῦς και χοεύς, γενική χοός και χοῶς και χοῦ και χοέως, δοτική χοΐ και χῷ και χοέϊ και χοεῖ, αιτιατική χοῦν και χον και χόα και χοᾶ και χοέα
  • ονομαστική χόες και χοῦς και χοεῖς και χοιεῖς, γενική χῶν και χοῶν, δοτική χοεῦσιν και χόεσι και χοέσι, αιτιατική χοῦς και χόας και χοας και χοᾶς και χοέας και χοεῖς