ώσμωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ώσμωση ωσμώσεις
γενική ώσμωσης
& ωσμώσεως
ωσμώσεων
αιτιατική ώσμωση ωσμώσεις
κλητική ώσμωση ωσμώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ώσμωση < καθαρεύουσα ὤσμωσις < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική osmosis < γαλλική osmose < αρχαία ελληνική ὠσμός < ὠθέω / ὠθῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ώσμωση θηλυκό

  1. το φαινόμενο της διάχυσης περισσοτέρων μορίων διαλύτη (συνήθως νερού), μέσω ημιπερατής μεμβράνης, από το διάλυμα της μικρότερης συγκέντρωσης (υποτονικό διάλυμα) στο διάλυμα της μεγαλύτερης συγκέντρωσης (υπέρτονο διάλυμα)
  2. (μεταφορικά) αλληλεπίδραση
    η ώσμωση των ιδεών

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]