Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄριστον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾱρῑστ-
ονομαστική τὸ ἄριστον τὰ ἄριστ
      γενική τοῦ ἀρίστου τῶν ἀρίστων
      δοτική τῷ ἀρίστ τοῖς ἀρίστοις
    αιτιατική τὸ ἄριστον τὰ ἄριστ
     κλητική ! ἄριστον ἄριστ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀρίστω
γεν-δοτ τοῖν  ἀρίστοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ᾱ̓́ρῑστον < από παλαιότερο τύπο ἀέριστον < πρωτοελληνική *ᾰyέρῑστον < *ᾱ(y)ερ- (< ἦρι: νωρίς, πρωί) + -δ- (< ἐσθίω / δω + -ον κυριολεκτικά: νωρίς το πρωί φαγωμένο. Δεν σχετίζεται με το επίθετο ἄρῐστος (ευγενής, καλύτερος).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /áː.ɾiː.ston/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ᾱ̓́ρῑστον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ᾱ̓́ρῑστον, -ου ουδέτερο (γαστρονομία)

  1. (δις λεγόμενον στον Όμηρο) πρωινό γεύμα, πρόγευμα
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 24 (Ω. Ἕκτορος λύτρα.), στίχ. 124 (123-125)
    φίλοι δ᾽ ἀμφ᾽ αὐτὸν ἑταῖροι
    ἐσσυμένως ἐπένοντο καὶ ἐντύνοντ᾽ ἄριστον·
    τοῖσι δ᾽ ὄϊς λάσιος μέγας ἐν κλισίῃ ἱέρευτο.
    και οι σύντροφοι τριγύρω
    κοπίαζαν σπουδακτικά το γεύμα να ετοιμάσουν,
    μ᾽ αρνί μεγάλο μαλλιαρό που είχαν σφάξει εκείνοι
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 16 (π. Ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως ὑπὸ Τηλεμάχου.), στίχ. 2 (1-2)
    Τὼ δ᾽ αὖτ᾽ ἐν κλισίῃ Ὀδυσεὺς καὶ δῖος ὑφορβὸς
    ἐντύνοντ᾽ ἄριστον ἅμ᾽ ἠοῖ, κηαμένω πῦρ
    Οι δυο τους πάλι, ο Οδυσσέας και πλάι ο θείος χοιροβοσκός,
    ανάβοντας χαράματα φωτιά, ετοίμαζαν το πρωινό τους
    Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
     συνώνυμα: ἀκράτισμα
  2. (μεθομηρικά) μεσημεριανό γεύμα
    • ἄριστον αἱρεῖσθαι: τρώω το μεσημεριανό μου
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 26.3
    ἐπειδὴ ἐκ τῆς Ὀάσιος ταύτης ἰέναι διὰ τῆς ψάμμου ἐπὶ σφέας, γενέσθαι τε αὐτοὺς μεταξύ κου μάλιστα αὐτῶν τε καὶ τῆς Ὀάσιος, ἄριστον αἱρεομένοισι αὐτοῖσι ἐπιπνεῦσαι νότον μέγαν τε καὶ ἐξαίσιον, φορέοντα δὲ θῖνας τῆς ψάμμου καταχῶσαί σφεας, καὶ τρόπῳ τοιούτῳ ἀφανισθῆναι.
    Οι ίδιοι οι Αμμώνιοι ωστόσο λένε και το εξής: ο στρατός ξεκίνησε απ᾽ αυτή την Όαση και βάδιζε εναντίον τους μέσα από την άμμο, και όταν βρέθηκε στη μέση περίπου της απόστασης ανάμεσα σ᾽ αυτούς και στην Όαση, ενώ έτρωγαν το μεσημεριανό τους, φύσηξε νότιος άνεμος ασυνήθιστα δυνατός, και με την άμμο που σήκωσε, τους έθαψε, και με αυτόν τον τρόπο χάθηκαν αυτοί.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
    • ἄριστον ποιεῖσθαι: καθίζω να φάω το μεσημεριανό μου
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 6 (Ἐρατώ), 78.1
    μαθὼν δὲ ὁ Κλεομένης ποιεῦντας τοὺς Ἀργείους ὁκοῖόν τι ὁ σφέτερος κῆρυξ σημήνειε, παραγγέλλει σφι, ὅταν σημήνῃ ὁ κῆρυξ ποιέεσθαι ἄριστον, τότε ἀναλαβόντας τὰ ὅπλα χωρέειν ἐς τοὺς Ἀργείους.
    Ο Κλεομένης αντιλήφτηκε πως οι Αργείοι εκτελούν κάθε παράγγελμα που δίνει ο δικός του κήρυκας και διατάζει τους δικούς του, μόλις ο κήρυκας δώσει παράγγελμα να καθίσουν να φάνε, τότε να πάρουν τα όπλα στα χέρια τους και να επιτεθούν στους Αργείους.
    Μετάφραση (1993): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ἄριστον

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ἄριστος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ἄριστος