Ἄδωνις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική Ἄδωνις Ἀδώνιδε Ἀδώνιδες
Γενική Ἀδώνιδος Ἀδωνίδοιν Ἀδωνίδων
Δοτική Ἀδώνιδι Ἀδωνίδοιν Ἄδωνισι
Αιτιατική Ἄδωνιν Ἀδώνιδε Ἀδώνιδας
Κλητική Ἄδωνι Ἀδώνιδε Ἀδώνιδες
Υπάρχει και θέμα Ἀδώνι-: (γενική) Ἀδώνιος
Η αιτιατική ενικού & Ἀδώνιδα
Αφροδίτη και Άδωνις(1), (αττικό ερυθρόμορφο αγγείο, 410 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἄδωνις < χαναανιτικό ʼAdōn (κύριος)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἄδωνις αρσενικό

  1. (μυθολογία) Άδωνις, γιος του Κινύρα και της Μύρρας, ευνοούμενος και μύστης της Αφροδίτης,
    Ἄδωνιν ἡ Κυθήρη / ὡς εἶδε νεκρὸν ἤδη, / τυγνὰν ἔχοντα χαίταν / ὠχράν τε τὰν παρειάν, / ἄγειν τὸν ὗν πρὸς αὑτὰν / ἔταξε τὼς Ἔρωτας. (Θεόκριτος, Εις νεκρόν Άδωνιν)
  2. (μεταφορικά) ευνοούμενος, αγαπημένος
    εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ ἐπὶ κάλλει θαυμάζεσθαι ἐθέλουσιν, καὶ δεῖ Ἀδώνιδας αὐτοὺς καὶ Ὑακίνθους ἀκούειν, πήχεως ἐνίοτε τὴν ῥῖνα ἔχοντας. (Λουκιανός, Περὶ τῶν ἐν Μισθῷ συνόντων, 35)
  3. ανδρικό όνομα
  4. (ιχθυολογία) είδος ψαριού (που πηδάει έξω από το νερό)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ἐξώκοιτος
  5. (βοτανική) είδος ανεμώνης (Anemone fulgens)