ευνοούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευνοούμενος ευνοούμενη/
ευνοουμένη
ευνοούμενο
γενική ευνοούμενου/
ευνοουμένου
ευνοούμενης/
ευνοουμένης
ευνοούμενου/
ευνοουμένου
αιτιατική ευνοούμενο ευνοούμενη/
ευνοουμένη
ευνοούμενο
κλητική ευνοούμενε ευνοούμενη/
ευνοουμένη
ευνοούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευνοούμενοι ευνοούμενες ευνοούμενα
γενική ευνοούμενων/
ευνοουμένων
ευνοούμενων/
ευνοουμένων
ευνοούμενων/
ευνοουμένων
αιτιατική ευνοούμενους ευνοούμενες ευνοούμενα
κλητική ευνοούμενοι ευνοούμενες ευνοούμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευνοούμενος μετοχή μεσοπαθητικού ενεστώτα του ρήματος ευνοούμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ευνοούμενος

  1. εκείνος που τον προτιμούν παραπάνω από όσο αξίζει, που του δείχνουν εύνοια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]