Wort

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός 1 πληθυντικός 2
ονομαστική das Wort die Wörter die Worte
γενική des Wort(e)s der Wörter der Worte
δοτική dem Wort(e) den Wörtern den Worten
αιτιατική das Wort die Wörter die Worte

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Wort < συγγενές με το αγγλικό word και το ολλανδικό woord

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Wort 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Wort (de) ουδέτερο

  • η λέξη, ο λόγος. (Πληθυντικός 1:) οι λέξεις, (Πληθυντικός 2:) τα λόγια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Ein Bild sagt mehr als tausend Worte. - Μια εικόνα, χίλιες λέξεις.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]