Wort

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός 1 πληθυντικός 2
ονομαστική das Wort die Wörter die Worte
γενική des Wort(e)s der Wörter der Worte
δοτική dem Wort(e) den Wörtern den Worten
αιτιατική das Wort die Wörter die Worte

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Wort < συγγενές με το αγγλικό word και το ολλανδικό woord

Προφορά[επεξεργασία]

Wort 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Wort (de) ουδέτερο

  • η λέξη, ο λόγος. (Πληθυντικός 1:) οι λέξεις, (Πληθυντικός 2:) τα λόγια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Ein Bild sagt mehr als tausend Worte. - Μια εικόνα, χίλιες λέξεις.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]