ανατρεπτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανατρεπτικός ανατρεπτική ανατρεπτικό
γενική ανατρεπτικού ανατρεπτικής ανατρεπτικού
αιτιατική ανατρεπτικό ανατρεπτική ανατρεπτικό
κλητική ανατρεπτικέ ανατρεπτική ανατρεπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανατρεπτικοί ανατρεπτικές ανατρεπτικά
γενική ανατρεπτικών ανατρεπτικών ανατρεπτικών
αιτιατική ανατρεπτικούς ανατρεπτικές ανατρεπτικά
κλητική ανατρεπτικοί ανατρεπτικές ανατρεπτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανατρεπτικός < αρχαία ελληνική ἀνατρεπτικός

Επίθετο[επεξεργασία]

ανατρεπτικός, -ή, -ό

  1. που οδηγεί ή συμβάλλει στην πολιτική/κοινωνική ανατροπή
  2. (κατ' επέκταση) αντισυμβατικός, πρωτοποριακός, επαναστατικός
  3. (νομική) που ανατρέπει μια απόφαση, ακυρωτικός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]