επαναστατικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επαναστατικός επαναστατική επαναστατικό
γενική επαναστατικού επαναστατικής επαναστατικού
αιτιατική επαναστατικό επαναστατική επαναστατικό
κλητική επαναστατικέ επαναστατική επαναστατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επαναστατικοί επαναστατικές επαναστατικά
γενική επαναστατικών επαναστατικών επαναστατικών
αιτιατική επαναστατικούς επαναστατικές επαναστατικά
κλητική επαναστατικοί επαναστατικές επαναστατικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαναστατικός < επαναστάτ(ης) + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επαναστατικός, -ή, -ό

  1. που δημιουργεί μια εξέγερση, που αντιδρά στο κατεστημένο
    επαναστατική οργάνωση, επαναστατικός άνθρωπος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανυπότακτος, αντισυμβατικός
  2. που κάνει σημαντική πρόοδο για την επιστήμη ή την ανθρωπότητα
    επαναστατική ανακάλυψη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ρηξικέλευθος, πρωτοποριακός

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]