γκροτέσκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γκροτέσκος γκροτέσκα γκροτέσκο
γενική γκροτέσκου γκροτέσκας γκροτέσκου
αιτιατική γκροτέσκο γκροτέσκα γκροτέσκο
κλητική γκροτέσκε γκροτέσκα γκροτέσκο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γκροτέσκοι γκροτέσκες γκροτέσκα
γενική γκροτέσκων γκροτέσκων γκροτέσκων
αιτιατική γκροτέσκους γκροτέσκες γκροτέσκα
κλητική γκροτέσκοι γκροτέσκες γκροτέσκα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκροτέσκος < ιταλική grottesco < grotta < δημώδης λατινική *grupta / *crupta < λατινική crypta < ελληνιστική κοινή κρυπτή (αντιδάνειο)

Επίθετο[επεξεργασία]

γκροτέσκος, -α, -ο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]