δικαιοπραξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δικαιοπραξία οι δικαιοπραξίες
      γενική της δικαιοπραξίας των δικαιοπραξιών
    αιτιατική τη δικαιοπραξία τις δικαιοπραξίες
     κλητική δικαιοπραξία δικαιοπραξίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικαιοπραξία < δίκαιος + -ο- + πράξη + -ία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δικαιοπραξία θηλυκό

  • (νομική) η έννομη πράξη η οποία συνοδεύεται από δήλωση βούλησης όπου εν πλήρει συνειδήσει παράγεται έννομη συνέπεια
    δικαιοπραξία έχουμε όταν η βούληση του αγοραστή να αποκτήσει το προϊόν και η βούληση του έμπορα να το πουλήσει ταυτίζονται και εκ αποτελέσματος οδηγούνται στην έννομη συνέπεια της τελικής αγοραπωλησίας του αρχικού προϊόντος
    μια δικαιοπραξία γάμου προϋποθέτει τη βούληση αμφότερων της συζύγου και του νυμφίου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δικαιοπραξία δικαιοπραξία δικαιοπραξῖαι
Γενική δικαιοπραξίας δικαιοπραξίαιν δικαιοπραξιῶν
Δοτική δικαιοπραξί δικαιοπραξίαιν δικαιοπραξίαις
Αιτιατική δικαιοπραξίαν δικαιοπραξία δικαιοπραξίας
Κλητική δικαιοπραξία δικαιοπραξία δικαιοπραξῖαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικαιοπραξία < δίκαιος + -ο- + πρᾶξις + -ία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δικαιοπραξία θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]