δυνάμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυνάμενος < μετοχή ενεστώτα του ρήματος δύναμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

δυνάμενος, δυνάμενη και δυναμένη, δυνάμενο

Ο δυνάμενος να μετάσχει, να στείλει βιογραφικό...
Ο δυνάμενος να βοηθήσει, ας...
δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι (κατά Ιωάννη) : που έχει τη δύναμη να σώσει ή να αφήσει κάποιον να χαθεί
(εσφαλμένα)Τροχόσπιτο δυνάμενο να ρυμουλκηθεί

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]