ερχόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ερχόμενος ερχόμενη ερχόμενο
γενική ερχόμενου ερχόμενης ερχόμενου
αιτιατική ερχόμενο ερχόμενη ερχόμενο
κλητική ερχόμενε ερχόμενη ερχόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ερχόμενοι ερχόμενες ερχόμενα
γενική ερχόμενων ερχόμενων ερχόμενων
αιτιατική ερχόμενους ερχόμενες ερχόμενα
κλητική ερχόμενοι ερχόμενες ερχόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερχόμενος < έρχόμενος μετοχή ενεστώτα του έρχομαι στην (καθαρεύουσα)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ερχόμενος,η,ο

  1. που είναι καθ΄οδόν, καθώς έρχεται κάποιος,
    Φέρε μας και κανένα γλυκό όταν σχολάσεις ερχόμενος από το γραφείο
  2. που μόλις ήρθε, προερχόμενος από κάπου
    Τους βρήκα στογγυλοκαθισμένους στο σαλόνι μας και εγώ, ερχόμενος από τη δουλειά, δεν είχα καμία όρεξη για...
  3. που θα έρθει, ο επόμενος, ο προσεχής
    Τους περιμένουμε την ερχόμενη εβδομάδα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]